διαλέγω

διαλέγω,
A pick out, Hdt.8.107, 113, X.Oec.8.9, etc.; πτῶμα glean fallen olives, PFay.102.20; cf. διαλέγειν· ἀνακαθαίρειν, Hsch.; select, separate, Pl.Lg.735b; examine, check documents, PFay.11.26 (ii B.C.), etc.
II διαλέγων τὴν ὀπήν picking open the hole, to escape, Ar.Lys.720; cf. διαλέξαι· διορύξαι, Hsch.
B as Dep., διαλέγομαι: [tense] fut.

διαλέξομαι Isoc.12.5

and 112; also

-λεχθήσομαι Id.9.34

, D.18.252
;

-λεγήσομαι Inscr.Perg.5

(iii B.C.): [tense] aor.

διελεξάμην Hom.

, Ar.Fr.343; [dialect] Aeol. imper.

ζάλεξαι Sapph.Supp. 16.3

; also

διελέχθην Hdt.3.51

, and always in [dialect] Att. Inscrr., IG22.657, etc.: less freq. [tense] aor. 2

διελέγην Arist.Top.154a34

, 159a5, Scymn.7, IG5(1).5.5 ([dialect] Lacon.), GDI5163a2 ([place name] Crete), PPetr.3p.130 (iii B.C.), IG 22.1236; [ per.] 3pl.

διέλεγεν CIG3656.7

(Cyzic.): [tense] pf.

διείλεγμαι Pl.Tht. 158c

, Isoc.5.81: [tense] plpf.

διείλεκτο D.21.119

, but in pass. sense, Lys.9.5:—hold converse with, c. dat. pers.,

μοι ταῦτα φίλος διελέξατο θυμός Il.11.407

, cf. Archil.80, Hdt.3.50,51, Ar.Nu.425, etc.;

πρὸς ἀλλήλους Pl.Plt.272c

, etc.; δ. τί τινι or πρός τινα, discuss a question with another, X.Mem.2.10.1, 1.6.1; δ. ὅρους talk in definitions, Arist.APo. 92b32;

δ. περί τινος Isoc.3.8

, D.18.252;

ἀνὴρ ἀνδρὶ δ. Th.8.93

; δ. τινὶ μὴ ποιεῖν argue with one against doing, Id.5.59;

εἰ τουτὶ τὸ ῥῆμα, ἀλλὰ μὴ τουτὶ διελέχθην ἐγώ D.18.232

; οἱ νόμοι οὐδὲν τούτῳ δ. have nothing to say to him, concern him not, Id.43.59;

ὁ νομοθέτης οὔπω τινὶ δ. Aeschin.1.17

;

δ. πρός τι

to argue on . .,

Arist.Top.159a7

; or against . ., Id.Ph.185a6: abs., to discourse, reason, X.Mem.4.5.12;

δ. περί τινος Isoc.5.109

, etc., freq. in Pl., Ap.33a, al.;

γλῶσσα εὔτροχος ἐν τῷ δ. Plu.Per.7

; reason, calculate, = διαλογίζομαι, Id.Marc.18:—the [voice] Act. in med. sense, Hermipp.40; οἱ διαλεγόμενοι, of logicians, Polystr.p.6 W., al.
2 in Philosophy, practise dialectic, elicit conclusions by discussion,

οὐκ ἐρίζειν ἀλλὰ δ. Pl.R.454a

, cf. 511c, Tht.167e, etc.
3 later, discourse, lecture, Philostr.VS2.21.3.
4 use a dialect or language,

κατὰ ταὐτά τισι δ. Hdt.1.142

;

Φοινικιστί Plb.1.80.6

; write in prose, opp.ποιεῖν, D.H.Comp.20.
b speak articulately, Arist.HA535b2.
5 in [dialect] Att., euphem. for συνουσιάζω, have intercourse, Ar.Ec.890, Pl.1082, Hyp.Fr.171, Plu.Sol. 20, Hierocl.p.64A.
6 have dealings with, OGI484.23 (Pergam.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλέγω — pick out pres subj act 1st sg διαλέγω pick out pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλέγω — διαλέγω, διάλεξα βλ. πίν. 21 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαλέγω — και διαλέω (AM διαλέγω) κάνω επιλογή, επιλέγω νεοελλ. 1. (για λουλούδια, καρπούς) συλλέγω, συνάζω, μαζεύω 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) διαλεγμένος εκλεκτός, διαλεχτός αρχ. 1. κάνω διάκριση, ξεχωρίζω 2. αποχωρίζω, διαχωρίζω 3. προσπαθώ να βρω …   Dictionary of Greek

  • διαλέγω — [дьялэго] ρ. выбирать, сортировать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • διαλέγω — διάλεξα, διαλέχτηκα, διαλεγμένος 1. επιλέγω τα καλύτερα ή προτιμότερα στοιχεία ενός συνόλου, κάνω εκλογή. 2. η μτχ., διαλεγμένος ξεχωριστός, επιλεγμένος, άριστος: Ο μανάβης μας έχει πάντοτε διαλεγμένα φρούτα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλέγεσθον — διαλέγω pick out pres imperat mp 2nd dual διαλέγω pick out pres ind mp 3rd dual διαλέγω pick out pres ind mp 2nd dual διαλέγω pick out imperf ind mp 2nd dual (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλέγεσθε — διαλέγω pick out pres imperat mp 2nd pl διαλέγω pick out pres ind mp 2nd pl διαλέγω pick out imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλέγῃ — διαλέγω pick out pres subj mp 2nd sg διαλέγω pick out pres ind mp 2nd sg διαλέγω pick out pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλέξω — διαλέγω pick out aor subj act 1st sg διαλέγω pick out fut ind act 1st sg διαλέγω pick out aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλεγομένων — διαλέγω pick out pres part mp fem gen pl διαλέγω pick out pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλεγόμεθα — διαλέγω pick out pres ind mp 1st pl διαλέγω pick out imperf ind mp 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.